ιππόδρομος

Substantivo

ιππόδρομος, -ου masculino

  1. hipódromo

Declinação

" Demótico - Subst. Masc. -ος, -ου"
Singular Plural
Casos Nominativo ιππόδρομος ιππόδρομοι
Genitivo ιππόδρομου ιππόδρομων
Acusativo ιππόδρομο ιππόδρομους
Vocativo ιππόδρομε ιππόδρομοι

Ver também