ιππικός

Adjetivo

ιππικός, -ή, ό

  1. hipódromo

Declinação

Adjetivos oxítonos em ός,ή,ό (Demótico)

singularmfnpluralmfn
nom. ιππικός ιππική ιππικό nom. ιππικοί ιππικές ιππικά
gen. ιππικού ιππικής ιππικού gen. ιππικών ιππικών ιππικών
acus. ιππικό ιππική ιππικό acus. ιππικούς ιππικές ιππικά
voc. ιππικέ ιππική ιππικό voc. ιππικοί ιππικές ιππικά

Ver também