σχολικός

Adjetivo

σχόλικός, -ή, ό

  1. escolar

Declinação

Adjetivos oxítonos em ός,ή,ό (Demótico)

singularmfnpluralmfn
nom. σχολικός σχολική σχολικό nom. σχολικοί σχολικές σχολικά
gen. σχολικού σχολικής σχολικού gen. σχολικών σχολικών σχολικών
acus. σχολικό σχολική σχολικό acus. σχολικούς σχολικές σχολικά
voc. σχολικέ σχολική σχολικό voc. σχολικοί σχολικές σχολικά

Ver também