σχολαστικός

Adjetivo

σχόλαστικός, -ή, ό

  1. escolástico
  2. meticuloso
  3. minucioso

Declinação

Adjetivos oxítonos em ός,ή,ό (Demótico)

singularmfnpluralmfn
nom. σχολαστικός σχολαστική σχολαστικό nom. σχολαστικοί σχολαστικές σχολαστικά
gen. σχολαστικού σχολαστικής σχολαστικού gen. σχολαστικών σχολαστικών σχολαστικών
acus. σχολαστικό σχολαστική σχολαστικό acus. σχολαστικούς σχολαστικές σχολαστικά
voc. σχολαστικέ σχολαστική σχολαστικό voc. σχολαστικοί σχολαστικές σχολαστικά

Ver também