🔍
🏠
Wikcionário
🎲
υπνοδωμάτιο
Grego
Substantivo
υπνοδωμάτιο
(hypnodomátio)
quarto
de
dormir
Sinônimo
κρεβατοκάμαρα
(krevatokámara)
Partes da Casa
δωμάτιο
μπάνιο
λουτρό
σαλόνι
χολ
τραπεζαρία
τουαλέτα
κουζίνα
γκαράζ