ποταμός

Substantivo

ποταμός, masculino

  1. rio
Segunda Declinação - Subst. - Tema em "ός"
singulardualplural
nom. ποταμός ποταμώ ποταμοί
gen. ποταμοῦ ποταμοῖν ποταμῶν
dat. ποταμῷ ποταμοῖν ποταμοῖς
acus. ποταμόν ποταμώ ποταμούς
voc. ποταμέ ποταμώ ποταμοί
loc. ποταμῷ ποταμοῖν ποταμοῖς
instr. ποταμῷ ποταμοῖν ποταμοῖς