🔍
🏠
Wikcionário
🎲
πολυκατοικία
Grego
Substantivo
πολυκατοικία
prédio
de
apartamentos
edifício
residencial
Outros verbetes
διαμέρισμα
γκαρσονιέρα
ρετιρέ
μονοκατοικία
κατοικία
σπίτι