νησιώτικος

Adjetivo

νη.σιώ.τι.κος (nisiótikos) masculino

  1. insular, relativo a ilha.


Declinação

" Demótico - Adjetivo. -ος, -η, -ο"
Singular Plural
Masc. Fem. Neu. Masc. Fem. Neu.
Casos Nominativo νησιώτικος νησιώτικη νησιώτικο νησιώτικοι νησιώτικες νησιώτικα
Genitivo νησιώτικου νησιώτικης νησιώτικου νησιώτικων νησιώτικων νησιώτικων
Acusativo νησιώτικο νησιώτικη νησιώτικο νησιώτικους νησιώτικες νησιώτικα
Vocativo νησιώτικε νησιώτικε νησιώτικε νησιώτικοι νησιώτικοι νησιώτικοι

Ver também

No Wikcionário