διαφέρω

Verbo

δια.φέ.ρω, intransitivo

  1. diferir (opinião, características faciais, ser diferente em...)

Conjugação

Sinônimos

  • διαφοροποιούμαι
  • διακρίνομαι
  • διίσταμαι

Verbetes derivados

  • διαφορά
  • διαφορετικός
  • διαφοροποιώ
  • διάφορος
  • ενδιαφέρω
  • ενδιαφέρον
  • αδιαφορώ
  • αδιάφορος

Etimologia

(Morfologia) δια + φέρω.

Pronúncia

  • AFI: /ðja.ˈfɛ.ɾɔ/