γάλα

Substantivo

γάλα (gála)

  1. leite

Declinação

Primeira Declinação - Subst. Nutros - Tema em "dental"
singulardualplural
nom. γάλα γάλακτε γάλακτα
gen. γάλακτος γαλάκτοιν γαλάκτων
dat. γάλακτι γαλάκτοιν γάλαξι
acus. γάλα γάλακτε γάλακτα
voc. γάλα γάλακτε γάλακτα
loc. γάλακτι γαλάκτοιν γάλαξι
instr. γάλακτι γαλάκτοιν γάλαξι