🔍
🏠
Wikcionário
🎲
πορτογαλικός
Grego
Adjetivo
πορ.το.γα.λι.
κός
(portoghalikós)
português
Declinação
Declinação de πορτογαλικός
Caso
Singular
Plural
Masculino
Feminino
Neutro
Masculino
Feminino
Neutro
Nominativo
πορτογαλικός
πορτογαλική
πορτογαλικό
πορτογαλικοί
πορτογαλικές
πορτογαλικά
Genitivo
πορτογαλικού
πορτογαλικής
πορτογαλικόν
πορτογαλικών
πορτογαλικών
πορτογαλικών
Acusativo
πορτογαλικό
πορτογαλική
πορτογαλικό
πορτογαλικούς
πορτογαλικές
πορτογαλικά
Vocativo
πορτογαλικέ
πορτογαλική
πορτογαλικό
πορτογαλικοί
πορτογαλικές
πορτογαλικά
Sinônimos
πορτογαλέζικος
Etimologia
(
Morfologia
)
Πορτογαλία
+
-ικός
.
Pronúncia
AFI
:
/pɔɾ.tɔ.ɣa.li.'kɔs/