🔍
🏠
Wikcionário
🎲
αγγελικός
Grego
Adjetivo
αγ.γε.λι.κός
, -ή, ό (angelikós)
angelical
angélico
Ver Também
αγγελιοφόρος
, -ου
αγγελία
, -ας
άγγελος
, -ου
αγγέλω
άγγελμα
, -ατος